6 Μαΐου 2014

«Χαμηλή Όραση»: Τι είναι και πως αντιμετωπίζεται;

Αντιγράφω από health.in.gr
_________________

Σύμφωνα με την Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας (WHO), ο αριθμός των «τυφλών» που υπολογίζoνταν to 2004 σε 39 εκατομμύρια (82% άνω των 50 ετών), ενώ 6 φορές μεγαλύτερος (246 εκατομμύρια) είναι ο αριθμός των ανθρώπων με διαταραχές στην όραση βαριάς ή ήπιας μορφής (63% των οποίων άνω των 50 ετών), οι οποίοι χαρακτηρίζονται ως ασθενείς με χαμηλή όραση.

Ο όρος «χαμηλή όραση» δεν περιγράφει μία συγκεκριμένη πάθηση και δεν ταυτίζεται με την «τυφλότητα»: το «χαμηλή» σημαίνει ότι η όραση αυτών των ασθενών είναι χαμηλότερη της φυσιολογικής ενώ το «όραση» προσδιορίζει οτι αυτοί οι ασθενείς με «χαμηλή όραση» δεν είναι τυφλοί. H απώλεια της όρασης είναι συνήθως προοδευτική και πλήττει μια μεγάλη κατηγορία συνανθρώπων μας, όχι μόνο άτομα τρίτης ηλικίας, αλλά επίσης ανθρώπους σε παραγωγική ηλικία ακόμα και νεαρούς που αδυνατούν να εκπληρώσουν τις καθημερινές τους δραστηριότητες. Δυστυχώς ο όρος «νομική τύφλωση», που περιγράφει τους ασθενείς με χαμηλή όραση, που δικαιούνται επιδόματα και άλλες παροχές, έχει οδηγήσει στην παρερμηνεία της κατάστασής τους από την κοινή γνώμη, θεωρώντας τους ως ανθρώπους «βυθισμένους στο σκοτάδι».
Τα κριτήρια «χαμηλής όρασης» διαφέρουν ανάλογα με το νομικό πλαίσιο του κάθε κράτους: ως άτομα με χαμηλή όραση θεωρούνται εκείνα που έχουν βέλτιστη οπτική οξύτητα χαμηλότερη από 3/10 ή 4/10 (δηλαδή τουλάχιστον 70% ελάττωση της φυσιολογικής όρασης), ή/και οπτικό πεδίο μικρότερο των 20ο.
Παθολογικές καταστάσεις που συνήθως οδηγούν σε χαμηλή όραση είναι οι εκφυλιστικές παθήσεις της ωχράς κηλίδας (π.χ ηλικιακή εκφύλιση της ωχράς και μυωπική ωχροπάθεια), η διαβητική αμφιβληστροειδοπάθεια, οι κληρονομικές παθήσεις του αμφιβληστροειδή όπως η μελαγχρωστική αμφιβληστροειδοπάθεια, η νόσος του Stargardt και οι δυστροφίες των φωτοϋποδοχέων, το γλαύκωμα και παθήσεις (ατροφία) του οπτικού νεύρου.
Οι ανωτέρω παθήσεις συνήθως μειώνουν την ποιότητα της κεντρικής όρασης όπου διεκπεραιώνονται βασικές ικανότητες όρασης, όπως η ανάγνωση και η αναγνώριση προσώπων, αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις και την περιφερική όραση, που είναι σημαντική στην ανίχνευση αντικειμένων και στον προσανατολισμό ιδιαίτερα σε χαμηλές συνθήκες φωτισμού.
Αν κι εκτιμάται ότι το 80% αυτών των περιστατικών θα μπορούσε να προληφθεί ή και να θεραπευθεί σε πρώιμα στάδια εκδήλωσής τους, στις περισσότερες περιπτώσεις η χαμηλή όραση είναι σπάνια αναστρέψιμη, ενώ δεν επιτυγχάνεται σημαντική βελτίωση με τη χρήση συμβατικών μεθόδων διόρθωσης, όπως με γυαλιά οράσεως και φακούς επαφής, ή με χειρουργική επέμβαση.
O συνηθέστερος τρόπος για να διευκολυνθεί ο ασθενής με χαμηλή όραση είναι η μεγέθυνση η οποία επιτυγχάνεται με απλές καθημερινές λύσεις όπως ο εξοπλισμός του σπιτιού με αντικείμενα λειτουργικού μεγέθους (π.χ. μεγάλα ρολόγια, τηλεοράσεις, καθρέπτες κ.τ.λ.), είτε με διόρθωση του χρήστη με ισχυρούς συγκλίνοντες φακούς οράσεως ώστε να πλησιάζει πολύ κοντά το αντικείμενο ενδιαφέροντος.
Η αποτελεσματικότερη λύση είναι η χρήση μεγεθυντών εικόνας ποικίλλων μορφών: με χειρολαβή ή βάση, με φωτισμό ή χωρίς, με clip επάνω στον υπάρχοντα σκελετό οράσεως είτε άμεσης επαφής με το αντικείμενο (πχ. τοποθέτηση μεγεθυντή πάνω σε έγγραφο ή εφημερίδα). Ευρεία είναι η χρήση τηλεσκοπικών συστημάτων τύπου Kepler ή Galileo για μονόφθαλμη συνήθως χρήση, προσαρμοσμένα ή μη σε σκελετό οράσεως αλλά και τα κλειστά κυκλώματα τηλεόρασης/υπολογιστή (CCTV) που αποτελούνται απο φορητή κάμερα (ή ειδικό «ποντίκι») που σαρώνει το κείμενο ενδιαφέροντος ενώ παράλληλα το προβάλλει μεγεθυμένο (έως και 50 φορές) στην τηλεόραση, σε συνδεδεμένη οθόνη ή υπολογιστή. Μικρότερες αλλά ικανοποιητικές μεγεθύνσεις μπορούν να επιτευχθούν με φορητά ηλεκτρονικά συστήματα (βοηθήματα).
Είναι γνωστό, επίσης, ότι λόγω της γήρανσης το μέγεθος της κόρης του οφθαλμού μειώνεται, και η απορροφητικότητα του κρυσταλλοειδή φακού αυξάνεται, με συνέπεια τη μείωση της ποσότητας του φωτός που φτάνει στον αμφιβληστροειδή, τόσο σε υγιείς οφθαλμούς, όσο και στους ασθενείς με χαμηλή όραση. Είναι αναμενόμενο, επομένως, να απαιτείται περισσότερο (εξωτερικό) φως για την διεκπεραίωση ορισμένων καθημερινών δραστηριοτήτων, κυρίως στα άτομα με χαμηλή όραση.
Για την ενίσχυση του φωτός, διατίθονται σήμερα ειδικές συσκευές ελεγχόμενου φωτισμού με LED που προσαρμόζονται στη υπάρχουσα διόρθωση του χρήστη και διευκολύνουν κοντινές δραστηριότητες όπως βίδωμα, πλέξιμο ή ανάγνωση οδηγιών σε μικρά μπουκάλια ή φάρμακα.
Καθώς μικρές ρυθμίσεις μπορεί να είναι ιδιαίτερα σημαντικές στην οπτική απόδοση του χρήστη με μειωμένη όραση, εκτός απο την ποιότητα και τη ποσότητα του φωτισμού, θα πρέπει να δίνεται έμφαση στην αποτελεσματική απόσταση εργασίας απο το αντικείμενο όσο και στην κλίση της επιφάνειας εργασίας. Αντιθέτως, σε περιπτώσεις φωτοφοβίας, για τον περιορισμό του ενοχλητικού φωτός, εκτός απο τη χρήση απορροφητικών γυαλιών ηλίου σε εξωτερικούς χώρους, μπορούν να χρησιμοποιηθούν ειδικά απορροφητικά φίλτρα (ιατρικές βαφές) σε εσωτερικούς χώρους ώστε να ελαττώσουν το θάμβος απο την διάχυση του φωτός στον οφθαλμό.
Επίσης, είναι απαραίτητο να κατανοήσουμε ότι τις περισσότερες φορές οι ασθενείς με σχετικά καλές οξύτητες (~3/10) είναι πιο αναστατωμένοι και απογοητευμένοι από εκείνους με σοβαρή απώλεια όρασης (~1/10), οι οποίοι συνήθως έχουν σταματήσει κάθε δραστηριότητα που απαιτεί λειτουργική όραση. Γι' αυτό είναι απαραίτητο οι ασθενείς με χαμηλή όραση να ενημερώνονται για τα βοηθήματα από εξειδικευμένο προσωπικό και να εξοικειώνονται για τις ιδιαιτερότητές τους πριν απωλέσουν μεγάλο ποσοστό της όρασής τους, ώστε η χρήση τους να επιφέρει τη μέγιστη απόδοση.
Τα βοηθήματα χαμηλής όρασης εκτός απο εργαλεία ρουτίνας στην καθημερινότητα των ανθρώπων με μειωμένη όραση, αποτελούν μέρος της συνολικής διαδικασίας αποκατάστασης της εναπομείνουσας λειτουργικής όρασης, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις όπου δεν υπάρχει βελτίωση από χειρουργική ή φαρμακευτική θεραπεία.
Σε πολλά ευρωπαϊκά κράτη, οι οφθαλμολογικές κλινικές συνεργάζονται με κλινικές «χαμηλής όρασης» στελεχωμένες με εξειδικευμένους οφθαλμίατρους, οπτομέτρες και κοινωνικούς λειτουργούς όπου παραπέπονται ασθενείς με μειωμένη όραση για την επιλογή του κατάλληλου βοηθήματος, την εκπαίδευση στη χρήση του και την υποστήριξη στη διαδικασία προσαρμογής στις νέες συνθήκες της καθημερινότητάς του.
Σωτήρης Πλαΐνης MSc, PhD, FBCLA, Ελένη Πουλερέ MSc
Ινστιτούτο Οπτικής και Όρασης (IVO), Πανεπιστήμιο Κρήτης (www.ivo.gr)
Optical House, Ηράκλειο-Ρόδος (www.opticalhouse.gr)

14 Απριλίου 2014

O φυσιολογικός μηχανισμός της προσαρμογής


πρόσφατη δημοσίευση στο CRS Today Europe σχετικά με τη σταθερότητα, ακρίβεια και δυναμική του μηχανισμού της προσαρμογής.

http://bmctoday.net/crstodayeurope/2014/04/article.asp?f=the-physiologic-mechanism-of-accommodation


Take home message:
• Accommodative ability falls almost linearly with age, with presbyopic symptoms starting to occur at the age of 40 to 45 years.
• It has been well recognized for more than 250 years that accommodation involves a lens-based change in the refractive power of the eye.
• Accommodation is driven by cone photoreceptors, and, thus, it is expected to be less effective under
low light conditions.
• The youthful accommodation system allows the eye to vary its focus to obtain reasonably clear
retinal images of objects at different distances, but such focus is rarely exact or stable.

3 Απριλίου 2014

Φακοί Επαφής: καινοτόμες εφαρμογές και αντιμετώπιση της μυωπίας

Αντιγράφω από δημοσίευση στο Βήμα Science (Κυριακή 9 Φεβρουαρίου)
__________
Από το 1961 που κατασκευάστηκε ο πρώτος μαλακός φακός επαφής έχει επιτευχθεί εξαιρετικά σημαντική πρόοδος ως προς τα υλικά, τη συχνότητα αντικατάστασης και το σχεδιασμό των φακών τόσο στη διόρθωση της μυωπίας, της πρεσβυωπίας και του αστιγματισμού, όσο και στην αποκατάσταση της όρασης σε παθήσεις του κερατοειδή, όπως ο κερατόκωνος.
Η τελευταία δεκαετία έχει φέρει επαναστατικές εφαρμογές στον τομέα των φακών επαφής. Η χρήση φακών επαφής με σύστημα σταδιακής αποδέσμευσης φαρμάκων στον οφθαλμό, οι «έξυπνοι» φακοί, ικανοί να παρακολουθούν διακυμάνσεις στα επίπεδα της ενδοφθάλμιας πίεσης και στο σάκχαρο στο αίμα αποτελούν αντικείμενα ολοένα αυξανόμενου ερευνητικού ενδιαφέροντος παγκοσμίως.


Το πιο σημαντικό, ίσως, επίτευγμα, που έχει ήδη βρει “θεραπευτική” εφαρμογή αποτελούν οι ειδικά σχεδιασμένοι φακοί «αντι-μυωπίας», δημιούργημα της βασικής έρευνας σχετικά με τους αιτιογενείς παράγοντες της μυωπίας. Η χρήση τέτοιων φακών κατά τη διάρκεια του ύπνου προσδίδει τη δυνατότητα πρώιμης αντιμετώπισης της μυωπίας σε σχολικές ηλικίες, εξασφαλίζοντας ευκρινή όραση χωρίς γυαλιά ή φακούς επαφής την ημέρα, αλλά ταυτόχρονα επιβραδύνοντας την αύξηση του αξονικού μήκους του οφθαλμού και την εξέλιξη της μυωπίας. Αυτή η μέθοδος, γνωστή ως “ορθοκερατολογία”, χρησιμοποιείται ευρέως σήμερα σε πληθυσμούς της ανατολικής Ασίας, όπου η μυωπία έχει λάβει διαστάσεις επιδημίας και αποτελεί παράγοντα κινδύνου για οφθαλμικές παθήσεις, όπως ο καταρράκτης και οι παθήσεις της ωχράς.

6 Ιανουαρίου 2014

Αντιμετώπιση της μυωπίας: oφείλουμε να διαχωρίσουμε την επιστήμη από την άγνοια !


Ο Ιπποκράτης, ο «πατέρας» της Ιατρικής, πριν από 2000+ χρόνια αναφέρει ότι «η αληθινή γνώση και η απλή γνώμη είναι δύο διαφορετικά πράγματα μεταξύ τους, το ένα γεννάει την επιστήμη, το άλλο την άγνοια»

Με άλλο λόγια ο Ιπποκράτης δηλώνει, ότι αν κάποιος προτείνει μια καινούρια αγωγή ή θεραπεία τότε οπωσδήποτε πρέπει να βασιστούμε στην επιστήμη για να συμπεράνουμε αν αυτή είναι αποτελεσματική, από το να στηριχθούμε σε προσωπικές απόψεις και εικασίες. Η επιστήμη χρησιμοποιεί πειράματα, παρατηρήσεις, δοκιμασίες, επιχειρήματα και πολλές συζητήσεις μέχρι να καταλήξει σε αντικειμενικά συμπεράσματα. Ακόμα και σε αυτή την περίπτωση η επιστήμη συνεχίζει να διερευνά μακροπρόθεσμα αποτελέσματα μήπως και τα πρώτα συμπέρασματα ήταν ανεπαρκή ή λανθασμένα. Σε αντίθεση, οι προσωπικές απόψεις είναι υποκειμενικές και αντιφατικές, ενώ οποιοσδήποτε έχει τις απαραίτητες διασυνδέσεις ή επιρροή λόγω θέσης έχει μεγαλύτερη πιθανότητα να προωθήσει τη γνώμη του, ανεξάρτητα αν αυτή είναι σωστή ή λανθασμένη. Ιδιαίτερα σήμερα, που η πρόσβαση στο διαδίκτυο αποτελεί την άμεση και γρήγορη διέξοδο, είναι πολύ πιθανό οι πληροφορίες που εύκολα ξετρυπώνουμε από ιστοσελίδες «ενημέρωσης» να αποτελούν σχόλια και απόψεις χωρίς αποδεικτικά (επιστημονικά) στοιχεία.

Η ιατρική πράξη, μετά από 2 αιώνες εξέλιξης της κλινικής και στατιστικής έρευνας, οφείλει να στηρίζεται στη γνώση. Σήμερα, όμως, παράλληλα με την ιατρική υπάρχει μία πληθώρα εναλλακτικών και «συμπληρωματικών» θεραπειών (εναλλακτική ιατρική) οι οποίες βασίζονται σε μηχανισμούς που είναι βιολογικά αληθοφανείς, αλλά συνήθως εκτός των ορίων που θέτει η συμβατική ιατρική. Η δημοτικότητα τέτοιων θεραπειών αυξάνεται ταχέως και σήμερα εκτιμάται ότι η ετήσια παγκόσμια δαπάνη για όλες τις θεραπείες εναλλακτικής ιατρικής είναι περίπου 40 δισ. ευρώ, καθιστώντας την ταχύτερα αναπτυσσόμενη περιοχή σε ιατρικές δαπάνες.

Ενδεχομένως η εναλλακτική ιατρική να αποτελεί ένα τέχνασμα, ίσως όμως και να είναι συντριπτικά αποτελεσματική. Σκοπός αυτής της ανάρτησης δεν είναι η τοποθέτηση για την εναλλακτική ιατρική, αλλά η αναθεώρηση της πιο χαρακτηριστικής περίπτωσης εναλλακτικής θεραπείας για την «αντιμετώπιση» της μυωπίας, της μεθόδου Bates που αναπτύχθηκε απο τον οφθαλμίατρο William Bates πριν από έναν αιώνα.


O Bates, στο best-seller βιβλίο του «Τέλεια όραση χωρίς γυαλιά» (Perfect sight without glasses, 1920), απέδωσε σχεδόν όλα τα προβλήματα όρασης (συμπεριλαμβανομένου της μυωπίας) στη συνεχή κόπωση των οφθαλμών και θεώρησε ότι η χρήση των γυαλιών είναι ζημιογόνος. Η μέθοδος Bates περιλαμβάνει έκθεση των ματιών στον ήλιο ή σε έντονο φως, κάλυψη των οφθαλμών με τις παλάμες των χεριών, χαλάρωση, και εκκρεμοειδής κίνηση του κεφαλιού κατά την προσήλωση ενός στόχου! Καμία από αυτές τις τεχνικές δεν φαίνεται να έχει οποιοδήποτε επιστημονική βάση για την αντιμετώπιση της μυωπίας. Για παράδειγμα, αν και πρόσφατες μελέτες δείχνουν ότι ο αυξημένος χρόνος σε εξωτερικούς χώρους μειώνει την εξέλιξη της μυωπίας στα παιδιά, η μέθοδος «ηλιοθεραπείας» του Bates προτείνει απευθείας θέαση του ήλιου (που σήμερα είναι γνωστό ότι προκαλεί ηλιακή αμφιβληστροειδοπάθεια). Αργότερα βέβαια ο Bates άλλαξε τις “οδηγίες” επιτρέποντας το άμεσο ηλιακό φως μόνο στο «λευκό του ματιού» (τον σκληρό), μετέπειτα την έκθεση στο ηλιακό φως με κλειστά βλέφαρα, ενώ καινούρια βιβλία παρέλειψαν τελείως αυτό το τμήμα της μεθόδου Bates! Από τη στιγμή που τα ποσοστά εμφάνισης της μυωπίας αυξάνονται στον πληθυσμό δεν είναι περίεργο ότι όλο και περισσότερες ανάλογες «θεραπείες» για την αντιμετώπιση της μυωπίας εμφανίζονται στο διαδίκτυο. Ορισμένες από αυτές περιλαμβάνουν ειδικές βιταμίνες, έλαια ψαριών, αιθέρια έλαια, βότανα ακόμα και βελονισμό! Αν και καμία από τις παραπάνω δεν έχει ερευνητικά ελεγχθεί για την αποτελεσματικότητα της αρκετοί που τις έχουν δοκιμάσει αναφέρουν ότι βελτιώνεται η όρασή τους (αρκεί να διαβάσετε τα σχόλια των αναγνωστών των σχετικών βιβλίων σε διάφορες ιστοσελίδες όπως της Amazon).

Φαινόμενο Placebo και νευρωνικοί μηχανισμοί

Κάποιος επομένως θα διερετωθεί για το ποια είναι τα αίτια βελτίωσης στην όραση που αναφέρουν τα άτομα που χρησιμοποιούν αυτές τις μεθόδους. Θα μπορούσε να οφείλονται εν μέρει στο φαινόμενο placebo: στην παρατήρηση ότι τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες μελέτες έχουν δείξει σημαντική βελτίωση στην οπτική οξύτητα και τα συμπτώματά της μυωπίας με χρήση εικονικού φαρμάκου ή με «θεραπεία» με γυαλιά χωρίς βαθμούς ή «χάπια ζάχαρης». Δεδομένου ότι η επίπτωση με placebo φαίνεται να είναι μεγαλύτερη όσο πιο “εντατική” είναι η θεραπεία (π.χ. τεσσάρα χάπια ζάχαρης placebo την ημέρα είναι πιο αποτελεσματικά από δύο για την εξάλειψη γαστρικών ελκών, ενώ ενέσεις με αλατισμένο νερό είναι μια πιο αποτελεσματική θεραπεία για τον πόνο από τα χάπια ζάχαρης), ίσως η μέθοδος που προτείνει τις πιο έντονες ασκήσεις των ματιών να παρέχει το μεγαλύτερο φαινόμενο placebo! Μέρος της οποιαδήποτε βελτίωσης μπορεί να είναι απλά η απομνημόνευση, στο ότι οι περισσότερες από τις μεθόδου Bates περιλαμβάνουν πίνακες με γράμματα με τους οποίους οι χρήστες παρακολουθούν την οπτική τους οξύτητα και με επαναλαμβανόμενες μετρήσεις, κάποια εκμάθηση των γραμμάτων είναι πολύ πιθανή.

Ωστόσο, οι πιο πιθανές αιτίες βελτίωσης στην όραση βασίζονται σε νευρωνικούς μηχανισμούς που προκαλούν (βραχυπρόθεσμη) προσαρμογή στη θόλωση (blur adaptation) και σε (μακροπρόθεσμες) αντιληπτικές διαδικασίες εκμάθησης (perceptual learning), ειδικά αν οι θεραπείες εμπλέκουν δοκιμασίες όρασης. Και τα δύο θέματα διερευνήθηκαν πρόσφατα σε μελέτες στο Ινστιτούτο Οπτικής και Όρασης στο Πανεπιστήμιο της Κρήτης.

Είναι γνωστό ότι η ξαφνική θόλωση (που συμβαίνει όταν για παράδειγμα αφαιρούμε τα γυαλιά μυωπίας ή πρεσβυωπίας), θα προκαλέσει την ενεργοποίηση νευρωνικών μηχανισμών προσαρμογής που θα βελτιώσουν την οπτική οξύτητα (την ευκρίνεια), πιθανόν αυξάνοντας την ευαισθησία σε υψηλές χωρικες συχνότητες (υψηλή ευκρίνεια) και μειώνοντας την ευαισθησία στις χαμηλές χωρικές συχνότητες. Η βελτίωση στην οξύτητα είναι περίπου μία με δύο γραμμές, και είναι συνήθως μεγαλύτερη στους μύωπες και ενδεχομένως στους υψηλούς μύωπες (Poulere et al., 2013). Η διαδικασία προσαρμογής είναι βραχείας διάρκειας και ολοκληρώνεται σε λιγότερο από 10 λεπτά! Μακροπρόθεσμες βελτιώσεις είναι πιθανόν επίσης να συμβούν μέσω διαδικασιών αντιληπτικής μάθησης (ενισχύοντας τη διαδικασία της προσαρμογής στη θόλωση), η οποία έχει αποδειχθεί ότι οδηγεί σε βελτιώσεις στην όραση σε αμβλύωπες και στο «καλό μάτι» των ασθενών με σοβαρή δυσλειτουργία στον άλλο οφθαλμό (Giannakopoulou et al., 2013). Επίσης έχουν παρατηρηθεί βελτιώσεις στην οπτική οξύτητα σε νέους πρεσβύωπες σε τέτοιο βαθμό όπου τα γυαλιά ανάγνωσης δεν ήταν αναγκαία. Η εξήγηση είναι ότι επαναλαμβανόμενη πρακτική σε μία απαιτητική δοκιμασία όρασης (όπως για παράδειγμα η μέθοδος Neurovision της RevitalVision) ενεργοποιεί μηχανισμούς αντιληπτικής μάθησης, αυξάνοντας την αποδοτικότητα της νευρωνικής λειτουργίας, και ανακτώντας ένα μέρος της οπτικής πληροφορίας μιας θολής εικόνας για περαιτέρω επεξεργασία.

Δεδομένου ότι η μέθοδος Bates τονίζει επαναλαμβανόμενη χαλάρωση των ματιών, παρά επαναλαμβανόμενη πρακτική σε μία απαιτητική διαδικασία, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι πιθανές θετικές επιπτώσεις της οφείλονται ίσως σε μηχανισμούς προσαρμογής στη θόλωση αλλά κυρίως στο φαινόμενο placebo και στην απομνημόνευση των γραμμάτων στους πίνακες οξύτητας.



-Elliott DB (2013). The Bates method, elixirs, potions and other cures for myopia: how do they work? Ophthalmic and Physiological Optics. 33: 75-77

10 Δεκεμβρίου 2013

Κοινά Προγράμματα εκπαίδευσης από τις Αμερικανικές Ακαδημίες Οφθαλμολογίας και Οπτομετρίας

Πριν από μία εβδομάδα, στις 4 Δεκεμβρίου, η Αμερικανική Ακαδημία Οφθαλμολογίας και η Αμερικανική Ακαδημία Οπτομετρίας ανακοίνωσαν για πρώτη φορά μια κοινή πρωτοβουλία για να εργαστούν από κοινού για την καλύτερη προετοιμασία και εκπαιδευτική υποστήριξη των μελών τους, με σκοπό την  παροχή υψηλής ποιότητας φροντίδας της όρασης. 

Η κίνηση αυτή σηματοδοτεί για πρώτη φορά μια οργανωμένη προσπάθεια ευρείας κλίμακας των επαγγελμάτων της οπτομετρίας και της οφθαλμολογίας στην υποστήριξη κοινών εκπαιδευτικών πρωτοβουλιών. Η από κοινού συνεργασία αποτελεί προσπάθεια να προωθηθεί μια κοινή “πολιτική” στην υπηρεσία ενός συνεχώς αυξανόμενου πληθυσμού ασθενών στις Ηνωμένες Πολιτείες, που να καλύπτει όλο το φάσμα των υπηρεσιών φροντίδας της όρασης, από την πρωτοβάθμια περίθαλψη μέχρι την πιο πολύπλοκη χειρουργική αντιμετώπιση. Αναμένεται ότι η μεταρρύθμιση της υγειονομικής περίθαλψης να οδηγήσει σε σημαντική αύξηση του αριθμού των Αμερικανών που θα επισκέπτονται κέντρα φροντίδας της όρασης.

«Όλο και περισσότεροι οφθαλμίατροι εργάζονται στο ίδιο περιβάλλον με οπτομέτρες και από κοινού αναζητούν πληροφορίες και μοντέλα που θα βελτιστοποιήσουν την αντιμετώπιση διαφόρων παθήσεων που σχετίζονται με τη γήρανση του πληθυσμού», δήλωσε ο διευθύνων σύμβουλος της Αμερικανικής Ακαδημίας Οφθαλμολογίας.  «Τα επαγγέλματα της οπτομετρίας και της οφθαλμολογίας αλληλοσυμπληρώνονται με πολλούς τρόπους και είναι πιο αποτελεσματικά όταν τα μέλη τους δουλεύουν μαζί", δήλωσε πρόεδρος της Αμερικανικής Ακαδημίας Οπτομετρίας . 

Οι ακαδημίες ξεκίνησαν μέσω των συνδρομών να ενημερώνουν τα μέλη τους ώστε να έχουν επίγνωση αυτής της συνεργατικής στρατηγικής προσπάθειας και να έχουν τη δυνατότητα να παρέχουν ανατροφοδότηση στους οργανισμούς, καθώς αρχίζουν να δημιουργoύνται οι εκπαιδευτικές ευκαιρίες. Οι οργανώσεις προβλέπουν ότι τα προγράμματα αυτά θα αναπτυχθούν στους επόμενους 12-18 μήνες, με επίσημη έναρξη το 2015.


Ευελπιστώ ότι και σε άλλες χώρες, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας, να υπάρξουν ανάλογες οργανωμένες προσπάθειες. Δεν θα πρέπει να παραβλέψω, ότι η Ελληνική Εταιρεία Ενδοφακών και Διαθλαστικής Χειρουργικής κινείται προς αυτή την κατεύθυνση από πέρυσι διοργανώνοντας σεμινάρια διάθλασης προς τα μέλη της.

16 Οκτωβρίου 2013

Absence of adaptation effects in anisocoric monovision used in the correction of presbyopia

Almost all people over the age of 45 experience problems with near vision, due to the age-dependent loss of the eye’s ability to actively change focus. One solution that has been proposed is to increase the depth-of-focus of one eye by placing a small aperture in front of the natural pupil. This has the effect of increasing that eye’s passive depth-of-focus, allowing near objects to be seen more clearly. The other eye is left with a natural pupil, since the small pupil involves the some restriction in the visual field and a marked reduction in the light reaching the retina, particularly under dim conditions of illumination.


The unequal pupil diameters (anisocoria) and retinal illuminances implicit in this small-aperture monovision, however, lead to the interocular differences in the latency of Visual Evoked Potentials (VEP) and the Pulfrich effect (PE) in which the paths of moving objects may appear distorted, leading to possible hazard e.g. when driving.

Earlier work suggests that, when the PE is induced by placing a neutral density (ND) filter over one eye, partial adaptation occurs, reducing the PE by a factor of about 3 over a one-week period. If a similar adaptation occurred in small-aperture monovision this would be helpful in reducing any possible associated hazard.

Our studies (see below) provide solid evidence that, when presbyopia is corrected by the use of a monocular artificial pupil, in terms of a corneal inlay or a contact lens, the anisocoria produces marked interocular differences in visual latency (as measured with VEPs) and a Pulfrich effect. More recently we showed that these effects are not reduced by over a 7-day period of anisocoric vision, probably because the relationship between the two retinal illuminances is changing continually as the ambient illumination and diameter of the natural pupil change, making adaptation more difficult than in the case where the Pulfrich effect is induced with a monocular ND filter, when there is a constant ratio between the two retinal iilluminances.

Thus concerns remain over the safety of small-aperture monovision as an aid for presbyopes.

For more information about this work see the following studies:


Small-Aperture Monovision and the Pulfrich Experience: Absence of Neural Adaptation Effects

Reduced-aperture monovision for presbyopia and the Pulfrich effect