23 Ιανουαρίου 2013

Εφαρμογή φακών επαφής στην παιδική και εφηβική ηλικία

Αναδημοσιεύω από το health.in.gr


Στην Ελλάδα περίπου 350 χιλιάδες άνθρωποι, ενήλικες και έφηβοι, είναι χρήστες φακών επαφής (ΦΕ). Επίσης, στις ηλικίες 16-19 ετών, ένα στα τρία παιδιά χρειάζεται διόρθωση αλλά μόνο ένας μικρός αριθμός τη χρησιμοποιεί. Ακόμα μικρότερα είναι τα ποσοστά των παιδιών (π.χ. 1 στα 12 στο Ηνωμένο Βασίλειο των 3.3 εκ. χρηστών) που επωφελούνται από τη χρήση φακών επαφής ακόμα και αν αποτελούν τη βέλτιστη επιλογή διόρθωσης. Αν και άτυπα προσδιορίζονται τα 14-16 έτη ως «ηλικία έναρξης» της χρήσης, οι εξελίξεις στα υλικά των φακών επαφής (ΦΕ σιλικόνης-υδρογέλης), οι βελτιωμένοι σχεδιασμοί, καθώς και η εισαγωγή των ΦΕ συχνής αντικατάστασης στην αγορά, οδηγούν περισσότερους χρήστες στη δοκιμή φακών επαφής. Το «όριο ηλικίας» ως κριτήριο έναρξης χρήσης φακών επαφής σε νεαρά άτομα, δεν φαίνεται να εξασφαλίζει επιτυχία και ασφάλεια, όσο τα κίνητρα, η ωριμότητα, η υποστήριξη των γονέων και η σωστή ενημέρωση απο επαγγελματία εφαρμοστή.

Ορισμένοι απο τους λόγους που οδηγούν στη χρήση φακών επαφής σε νεαρές ηλικίες είναι θεραπευτικοί (πχ. κερατόκωνος, αφακία), οπτικοί (υψηλή μυωπία, υπερμετρωπία, υψηλός αστιγματισμός, ανισομετρωπία), κοσμητικοί (ανιριδία, αλβινισμός) ακόμα και οικονομικοί σε περιπτώσεις συχνών αλλαγών του διαθλαστικού σφάλματος. Η ύπαρξη δερματικών αλλεργιών στα υλικά των σκελετών (μέταλλο, κυτταρίνη) συχνά προκαλεί ερεθισμούς που καθιστούν τη χρήση των γυαλιών απαγορευτική. Η συμμετοχή σε αθλητικές δραστηριότητες αποτελεί ένα ακόμα κίνητρο, ιδιαίτερης σημασίας για τους νεότερους, οι οποίοι αντιμετωπίζουν συχνά τραυματισμούς από το σκελετό, είτε από τους φακούς οράσεως (αν δεν είναι άθραυστοι). Στη σχολική ηλικία, η προτεραιότητα στην εξωτερική εμφάνιση οδηγεί στην απροθυμία χρήσης γυαλιών, που μεταφράζεται σε συχνές φθορές του σκελετού ακόμα και τη σκόπιμη απώλειά τους.

Οι φακοί επαφής προσφέρουν ευρύτερο οπτικό πεδίο σε σχέση με τα γυαλιά οράσεως, καλύτερη περιφερική όραση χωρίς παραμορφώσεις, βελτιωμένη διόφθαλμη οπτική απόδοση, απαλλαγή απο το βάρος και την αστάθεια του σκελετού και ελευθερία κινήσεων. Σε περιπτώσεις ανισομετρωπίας (διαφορετικής διόρθωσης για τους δύο οφθαλμούς), ελαχιστοποιούν τα συμπτώματα της ανισοεικονίας (διαφορά μεγέθους του αμφιβληστροειδικού ειδώλου μεταξύ των δύο οφθαλμών). Για τα παιδιά με αμβλυωπία που αρνούνται να φορέσουν αυτοκόλλητο αποκλεισμού, φακοί επαφής με αδιάφανη κόρη ή θολωτικοί ΦΕ με υψηλές διοπτρίες, συνταγογραφούνται εναλλακτικά. Καθώς τα παιδιά περνούν αρκετές ώρες της ημέρας σε εξωτερικούς χώρους και συνήθως χωρίς γυαλιά ηλίου, σημαντικό πλεονέκτημα των φακών επαφής είναι η προστασία απο την υπεριώδη ακτινοβολία την οποία τα νεανικά μάτια έχουν μεγαλύτερη ανάγκη σε σχέση με τους ενήλικες, καθώς διαθέτουν μεγαλύτερες διαμέτρους κόρης και διαθλαστικά μέσα με μεγαλύτερη διαύγεια (κερατοειδής, κρυσταλλοειδής φακός).

Εκτός απο το οπτικά πλεονεκτήματα των φακών επαφής, η χρήση τους επιδρά θετικά στην ψυχολογία των νεαρών χρηστών. Συμμετέχοντας σε όλες τις δραστηριότητες χωρίς περιορισμούς, αναπτύσσουν νέες δεξιότητες και εμφανίζουν αυξημένη ικανοποιήση και αυτοπεποίθηση. Στις περιπτώσεις υψηλών αμετρωπιών, λόγω του πάχους και των έντονων παραμορφώσεων των οφθαλμικών φακών, τα γυαλιά έχουν συσχετιστεί με τη συστολή και την εσωστρέφεια και οδηγούν συνήθως σε εμπαιγμό απο συνομήλικους. Σχετικές μελέτες, αναφέρουν, ότι τα παιδιά - χρήστες γυαλιών, έχουν 35% περισσότερες πιθανότητες να δεχθούν σχόλια αποδοκιμασίας στο σχολικό περιβάλλον απο εκείνα που δεν φοράνε. Η χρήση ΦΕ ενισχύει την εικόνα που τα παιδιά έχουν για την εξωτερική τους εμφάνιση, την ικανότητά τους να συμμετέχουν σε αθλοπαιδιές όπως οι «εμμέτρωπες» φίλοι τους, και ευνοεί την κοινωνική αποδοχή στο μαθητικό περιβάλλον.

Καθώς η φυσιολογική ανατομία του κερατοειδούς επιτρέπει τη χρήση φακών επαφής ακόμα και τους πρώτους μήνες της ζωής, υπάρχουν περιπτώσεις οφθαλμολογικών παθήσεων (πχ. συγγενής καταρράκτης) που χρήζουν εφαρμογής ΦΕ ακόμα και σε βρεφική ηλικία.  Σύγχρονες έρευνες υποστηρίζουν ότι απο την ηλικία των 8 μόλις ετών τα παιδιά είναι ικανά να χειριστούν μαλακούς, ημίσκληρους-αεροδιαπερατούς ακόμα και ορθοκερατολογικούς φακούς επαφής. Ενήλικες και νεαροί χρήστες μπορούν να απολαμβάνουν στον ίδιο βαθμό τα πλεονεκτήματα των ΦΕ, βελτιώνοντας την ποιότητα της ζωής τους. Η μόνη διαφορά μεταξύ τους, εντοπίζεται στον αυξημένο χρόνο εκπαίδευσης στις νεαρότερες ηλικίες, που σχετίζεται με την ενημέρωση για την εισαγωγή, αφαίρεση και το χειρισμό των φακών επαφής. Εφόσον δοθεί έμφαση στη σωστή πληροφόρηση, καθοδήγηση και στους συχνούς επανελέγχους ενός παιδιού, δεν υπάρχει συχνότερη εμφάνιση επιπλοκών σε σχέση με έναν ενήλικα. Ενδιαφέρον αποτελεί το γεγονός ότι τα παιδιά που καθοδηγούνται σωστά απο νεαρές ηλικίες, εμφανίζονται πιο συμμορφωμένα και υπεύθυνα ώς ενήλικες χρήστες.

Ο οφθαλμολογικός έλεγχος του πρόσθιου μέρους των οφθαλμών, περιλαμβάνει επισκόπηση των διαθλαστικών μέσων, των βλεφάρων και της δακρυϊκής στιβάδας και εκτιμά αν η ανατομία και η φυσιολογία των οφθαλμών επιτρέπουν την ασφαλή χρήση φακών επαφής. Εκτός απο τους ανατομικούς παράγοντες, τα κίνητρα, η επιθυμία των παιδιών να χρησιμοποιήσουν φακούς επαφής και κυρίως η υπευθυνότητα που τα χαρακτηρίζει στις υπόλοιπες καθημερινές τους δραστηριότητες (πχ. σχολικές υποχρεώσεις, πλύσιμο δοντιών, κανόνες προσωπικής υγιεινής) εξασφαλίζουν την επιτυχία στην εφαρμογή. Η εκπαίδευση απο επαγγελματία του χώρου θα παρέχει τις απαραίτητες οδηγίες για το χειρισμό, τη φροντίδα και τη συντήρηση των φακών επαφής, τη συχνότητα αντικατάστασης, τη χρήση του κατάλληλου καθαριστικού καθώς και την ενημέρωση σχετικά με τις πιθανές επιπλοκές που ενδέχεται να εμφανιστούν.

Η συνεργασία των γονέων με τον εφαρμοστή θα βοηθήσει να καλυφθούν οι εξατομικευμένες οπτικές ανάγκες σύμφωνα με τον τρόπο ζωής του κάθε παιδιού. Η καθημερινή υποστήριξή τους στη διαδικασία της εφαρμογής είναι πολύτιμη: η υπενθύμιση του χρόνου αντικατάστασης, η άμεση αντίδραση σε περίπτωση πιθανής επιπλοκής (δυσανεξία, ερεθισμός, θολή όραση) όπως και η προμήθεια εφεδρικού ζεύγους γυαλιών για χρήση σε περίπτωση έντονης ενόχλησης με τους ΦΕ είναι απαραίτητη. Εφόσον υπάρχει η ανάγκη και η επιθυμία να δοκιμάσουν φακούς επαφής, τα παιδιά είναι συνήθως διατεθημένα να ανταπεξέλθουν στη φροντίδα τους και να συμμορφωθούν με τις οδηγίες του εφαρμοστή. Παρά τις επιφυλάξεις των περισσότερων ενηλίκων για την ικανότητα των παιδιών να χειρίζονται τους ΦΕ, η ευκολία με την οποία υιοθετούν άμεσα τα νέα επιτεύγματα της τεχνολογίας και οι εκπληκτικές επιδόσεις που παρουσιάζουν, θα πρέπει να λαμβάνεται υπ’όψιν. Σε κάθε περίπτωση, η αρχική εφαρμογή συγκεκριμένου τύπου φακού επαφής δεν αποτελεί μόνιμη επιλογή αφού μπορεί ανα πάσα στιγμή να τροποποιηθεί σύμφωνα με τις νέες ανάγκες ή εξελίξεις υλικών, ακόμα και να διακοπεί εφόσον προκύψουν λόγοι ανησυχίας απο τον εφαρμοστή ή το γονέα.

Στην παιδική και εφηβική ηλικία, η σωστή διόρθωση και αποκατάσταση της όρασης αποτελεί ζήτημα θεμελιώδους σημασίας για την ανάπτυξη και τη λειτουργία του οπτικού συστήματος, αλλά και την ικανότητά των παιδιών να δραστηριοποιούνται στο κοινωνικό περιβάλλον. Ιδιαίτερα στις περιπτώσεις που τα γυαλιά οράσως περιορίζουν είτε αναστέλλουν μια συγκεκριμένη δραστηριότητα (πχ: αθλητισμός, κολύμβηση, χορός, πρωταθλητισμός), η χρήση των φακών επαφής θα πρέπει να προτιμάται. Συγκεκριμένα, η επιλογή ΦΕ ημερήσιας αντικατάστασης μπορεί να αποτελέσει ιδανική εναλλακτική προσέγγιση για ορισμένες ώρες της ημέρας. Η εφαρμογή φακών επαφής και η ασφαλής χρήση τους, ενισχύει την αυτοπεποίθηση των νεαρών χρηστών, εμπλουτίζει τις δραστηριότητές τους και οδηγεί στην αναπτύξη δεξιοτήτων, ικανών να αλλάξουν όχι μόνο την καθημερινότητα αλλά ολόκληρη τη ζωή τους!

Ελένη Πουλερέ, MSc2, Μαρία Μητροπούλου, MSc2, Ορέστης Λουκαΐδης, MSc2Σωτήρης Πλαΐνης, MSc, PhD, FBCLA1,2
1Ινστιτούτο Οπτικής και Όρασης (IVO), Πανεπιστήμιο Κρήτης
2OpticalHouse, Ηράκλειο-Ρόδος

21 Ιανουαρίου 2013

Γιατί οι γυναίκες χρειάζονται γυαλιά "πρεσβυωπίας" νωρίτερα από τους άνδρες;

Ανέκδοτες αναφορές έχουν κατ 'επανάληψη παρατηρήσει ότι οι γυναίκες χρειάζονται γυαλιά για τη διόρθωση της πρεσβυωπίας νωρίτερα από ότι οι άνδρες. Σύμφωνα με μία πρόσφατη μελέτη που δημοσιεύθηκε στο έγκριτο περιοδικό IOVS* ερευνητές από τα τμήματα Οπτομετρίας στα Πανεπιστήμιο Berkeley και Houston των ΗΠΑ , οι γυναίκες "πρεσβύωπες" έχουν μεγαλύτερη ανάγκη γυαλιών για κοντινή εργασία από ότι οι άνδρες της ίδιας ηλικίας.

Τα νέα αποδεικτικά στοιχεία στηρίχθηκαν σε μετα-ανάλυση δεδομένων χρησιμοποιώντας διάφορες τεχνικές για τη σύγκριση της συχνότητας και του μεγέθους της πρεσβυωπίας**, που συνήθως περιγράφεται ως η απώλεια της κοντινής όρασης με την ηλικία, μεταξύ των ανδρών και των γυναικών. Αν και τα αποτελέσματα έδειξαν ότι δεν υπήρχε σημαντική διαφορά μεταξύ των δύο φύλων στην ικανότητα του οφθαλμού να εστιάσει με ευκρίνεια σε αντικείμενα σε κοντινές αποστάσεις (δεν υπήρχαν επομένως διαφορές ως προς την προσαρμοστική ικανότητα), αυτή η τάση είναι πιθανό να οφείλεται σε διαφορές στην προτιμώμενη απόσταση ανάγνωσης ή το μήκος του χεριού (!), δηλαδή οι γυναίκες έχουν την τάση να εκπονούν κοντινές εργασίες (π.χ. ανάγνωση) πιο κοντά από ό, τι οι άνδρες.


Τα ευρήματα ενισχύουν την ανάγκη για πιο ενδελεχή έλεγχο όσο αφορά τη διόρθωση της πρεσβυωπίας στις γυναίκες. Είναι επίσης εμφανές ότι η πρεσβυωπία είναι ένα πολυπαραγοντικό πρόβλημα και απαιτεί λύσεις προσαρμοσμένες για κάθε άτομο ανάλογα με το επάγγελμά του, το χώρο εργασίας αλλά και συμπεριφερικούς παράγοντες (π.χ. ανοχή στην θόλωση). Για αυτό  αποτελεί ανάγκη η διεξαγωγή μελετών που θα απομονώσουν τους διάφορους παράγοντες που συμβάλλουν στην εμφάνισή της. Ειδικότερα, μελέτες που θα εξετάσουν την αλληλεπίδραση μεταξύ της προτιμώμενης απόστασης ανάγνωσης και της μεταβολής του εύρους προσαρμογής με την ηλικία για τους άνδρες και τις γυναίκες θα μπορούσαν να βοηθήσουν στον προσδιορισμό των βιολογικών / περιβαλλοντικών παραγόντων που παίζουν ρόλο στην εμφάνιση των πρεσβυωπικών συμπτωμάτων με την ηλικία.

**Presbyopia: Origins, effects and treatment

5 Δεκεμβρίου 2012

Οι ασκήσεις (visual exercises) με τη βοήθεια υπολογιστή δεν βοηθούν τους πρεσβύωπες !!

Επειδή δημοσιεύματα ακόμα και στο Βήμα Science (δυστυχώς) "Μπορείτε και χωρίς τα γυαλιά σαςσχετικά με τη βελτίωση της όρασης των πρεσβυώπων μέσω ασκήσεων σε υπολογιστή διαβάλλουν την επιστημονική γνώση και πράξη, αναδημοσιεύω ένα δελτίο τύπου από την ECOO. Για όποιον ενδιαφέρεται μπορώ να στείλω και τη σχετική μελέτη.
________________

Press Release: from The European Council of Optometry and Optics (ECOO)

New Research Results published in "Optometry and Vision Science" Vol. 89, No. 8, August 2012 

Read Without Glasses (RWOG) is a training method developed at the Cambridge Institute for Better Vision (Essex, MA), that claims to reduce or eliminate the need for reading glasses. RWOG allegedly enables presbyopic patients to sharpen their near vision through 6 minutes of daily exercises. Patients can purchase the instructional DVD and two reading charts that make up the RWOG programme online.

In order to test the validity of the RWOG hypothesis, Kristine B. Hopkins et al. carried out a study that objectively measured changes in accommodation and near unaided visual acuity (VA) in emmetropic presbyopes using the RWOG programme. They published the results in the American Academy of Optometry journal “Optometry and Vision Science” in August 2012. 

To perform the study, the researchers invited ten emmetropic presbyopic patients, ranging from 50 to 65 years of age, and assessed the quality of their near vision during 2 pretreatment and 2 post-treatment visits. After the second visit, the subjects were provided with the RWOG tool-kit and asked to perform the prescribed RWOG exercises as well as to document the amount of time they used for doing them. The size of the subjects’ pupil was measured at each visit in order to determine whether or not this variable had an impact on near VA. The researchers also interviewed the subjects on their compliance and use of reading glasses after treatment. Visual acuity, accommodative response and pupil size were evaluated through a mixed statistical method. 

Eight out of ten patients completed all four visits required by the study. The final results were based on measurements involving only these eight subjects, of which six were female, five were African America, and three were white. The researchers’ conclusions revealed they detected no significant change, neither clinical nor statistical, in unaided near VA pre- or post-treatment. The pupil size did not change significantly either across the study visits. However, according to a survey run by the research team, 87.5% of subjects reported that their near vision has slightly to significantly improved after the use of the program. 

In conclusion, and despite positive response from participating subjects, the study run by Hopkins et al. demonstrates that the Read Without Glasses Method (RWOG) fails to produce any significant clinical or statistical changes in unaided near VA. Furthermore, the researchers proved that the RWOG therapy shows no clinically significant changes in accommodation at near in presbyopic emmetropes. 

The study on “Objective Measures of the Effects of the ‘Read Without Glasses Method’” was carried out by Kristine B. Hopkins, Caroline B. Pate, and Gerald McGwin, Jr. from the University of Alabama at Birmingham School of Optometry (KBH, CBP), and University of Alabama at Birmingham Department of Epidemiology (GMc), Birmingham, Alabama. It was published in “Optometry and Vision Science”, Vol. 89, No. 8, August 2012. 





Διαθλαστικά σφάλματα: είναι δόκιμοι οι όροι "διαθλαστική μυωπία/υπερμετρωπία"?



H λειτουργική όραση στον άνθρωπο προϋποθέτει το σχηματισμό ενός ευκρινούς ειδώλου στον αμφιβληστροειδή, τον φωτοευαίσθητο χιτώνα στο πίσω μέρος του οφθαλμού. Όπως κάθε οπτικό σύστημα (π.χ. φωτογραφική μηχανή) που «συγκεντρώνει» το φως, έτσι και ο ανθρώπινος οφθαλμός αποτελείται από διαθλαστικές (κυρτές) επιφάνειες (κερατοειδής και κρυσταλλοειδής φακός) με σκοπό την σύγκλιση των ακτινών του φωτός στον αμφιβληστροειδή. Επιπλέον η ευκρινής όραση στους νεαρούς οφθαλμούς εξασφαλίζεται για ένα μεγάλο εύρος αποστάσεων μέσω της διαδικασίας της προσαρμογής, δηλαδή της αύξησης της διαθλαστικής δύναμης του οφθαλμού μέσω της αύξησης της καμπυλότητάς του κρυσταλλοειδή φακού.

Ένας εμμετρωπικός (“εν μέτρο”) οφθαλμός, που αντιστοιχεί σε αυτό που ονομάζουμε «κανονικό» οφθαλμό (βλ. εικόνα δεξιά), είναι αποτέλεσμα της αρμονικής συσχέτισης των παραπάνω διαθλαστικών επιφανειών (κερατοειδής, φακός) με το μέγεθος (αξονικό μήκος) του οφθαλμού, εξασφαλίζοντας ευκρινή μακρινή και κοντινή όραση.

Είναι αρκετά πιθανόν κάποιοι οφθαλμοί να  διαφέρουν από «τον κανόνα», να έχουν για παράδειγμα μεγαλύτερο ή μικρότερο αξονικό μήκος από το «φυσιολογικό» οφθαλμό, με αποτέλεσμα η διαθλαστική ισχύς να μην εξασφαλίζει ευκρινή όραση για όλες τις αποστάσεις. Με άλλα λόγια ο οφθαλμός μπορεί να θεωρηθεί πως είναι πολύ ισχυρός/ασθενής για το μήκος του ή πολύ μακρύς/κοντός για τη συνολική διαθλαστική δύναμή του. Αυτές οι διαθλαστικές καταστάσεις (διαθλαστικά σφάλματα) κατηγοριοποιούνται ως «αμετρωπίες». Υπολογίζεται πως περίπου 800 εκατομμύρια σε όλο τον κόσμο εμφανίζουν κάποιο διαθλαστικό σφάλμα όρασης (2.3 δισεκατομμύρια αν συνυπολογίσουμε και την πρεσβυωπία).

Η «εμμετρωποίηση», ο μηχανισμός που συντονίζει (συνήθως σε ηλικίες μικρότερες των 8 ετών), με τη συμμετοχή γενετικών και περιβαλλοντικών παραγόντων, την ανάπτυξη των συνιστωσών του οφθαλμού για να την επίτευξη της εμμετρωπίας στους περισσότερους οφθαλμούς, είναι πιθανόν να «επέμβει» ώστε να αντισταθμίσει σε κάποιον βαθμό τα διαθλαστικά σφάλματα (π.χ ο κερατοειδής να αναπτυχθεί με λιγότερη ισχύ για να διασφαλίσει ευκρινή εικόνα σε έναν οφθαλμό με μεγαλύτερο του κανονικού αξονικό μήκος).


Είναι δόκιμοι οι όροι "διαθλαστική μυωπία / υπερμετρωπία"?

Εμμετρωπικός (κάτω) και 
μυωπικός (άνω) οφθαλμός.
πηγή: Atchison et al., IOVS (2004)
Στο παρελθόν συνηθίζαμε να κατηγοριοποιούμε τα διαθλαστικά σφάλματα σε α) αξονικά σφάλματα και β) σε σφάλματα διάθλασης. Τα αξονικά διαθλαστικά σφάλματα οφείλονταν στο υπερβολικά μικρό (υπερμετρωπία) ή μεγάλο (μυωπίά) αξονικό μήκος του οφθαλμού, με τη διαθλαστική του ισχύ να θεωρείται ως φυσιολογική. Αντίθετα, τα σφάλματα διάθλασης υποτίθεται ότι είχαν αιτία την εσφαλμένη συνολική διοπτρική ισχύ του οφθαλμού (ισχυρότερη στη μυωπία, ασθενέστερη στην υπερμετρωπία), ενώ το αξονικό του μήκος θεωρούνταν κανονικό.

Ωστόσο, η σχέση μεταξύ του διαθλαστικού σφάλματος και των τιμών των διαφόρων οφθαλμικών παραμέτρων είναι αρκετά σύνθετη, οπότε σήμερα ένας τέτοιος διαχωρισμός θεωρείται αδόκιμος. Για παράδειγμα, σύγχρονες βιομετρικές μελέτες του οφθαλμού έχουν δείξει ότι οι εμμετρωπικοί οφθαλμοί δύναται να έχουν μεγάλες διακυμάνσεις, λόγω του μηχανισμού «εμμετρωποίησης» α) στη διαθλαστική τους ισχύ και β) στο αξονικό τους μήκος, γεγονός που μας οδηγεί στο συμπέρασμα πως είναι δύσκολο να ορίσουμε ένα «φυσιολογικό» αξονικό μήκος ή μια «φυσιολογική» συνολική διοπτρική ισχύ για τον εμμετρωπικό οφθαλμό. 

Από την άλλη, είναι σχεδόν επιβεβαιωμένο σήμερα ότι οι «μικρές» μυωπίες (και υπερμετρωπίες) (μικρότερες των 3D) οφείλονται κυρίως στο εσφαλμένο ταίριασμα μεταξύ του αξονικού μήκους του οφθαλμού με τη συνολική διοπτρική του δύναμη, ενώ μυωπίες μεγαλύτερες των 3D είναι επί το πλείστον αξονικές.