Αν όμως σήμερα, μετά από 25 περίπου χρόνια, θέλουμε ο Έλληνας οπτικός να μπορεί να ασκήσει το επάγγελμα του Οπτομέτρη, θα πρέπει πρώτα να καταλάβουμε ποιες είναι οι αρμοδιότητές του. Σύμφωνα με τον ορισμό του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Οπτομετρίας και Οπτικής (ECOO): “Optometry is a healthcare profession which is autonomous, educated and regulated (licensed/registered). Optometrists are the primary healthcare practitioners of the eye and visual system who provide comprehensive eye and vision care, which included refraction and dispensing, detection and management of disease of the eye, and the rehabilitation of conditions of the visual system”. Με ελεύθερη μετάφραση: “Η οπτομετρία αποτελεί ένα αυτόνομο επάγγελμα στο χώρο της υγείας, που απαιτεί εκπαίδευση και εντάσσεται σε ορισμένους κανόνες, δηλαδή ασκείται αποκλειστικά από πτυχιούχους αναγνωρισμένων σχολών που έχουν εξασφαλίσει άδεια εξασκήσεως του επαγγέλματος. Οι οπτομέτρες ασκούν πρωτοβάθμια υγιεινή περίθαλψη του οφθαλμού και της όρασης, η οποία περιλαμβάνει τη διάθλαση (και συνταγογράφηση), την επιλογή και κατεργασία κατάλληλων “διαθλαστικών βοηθημάτων”, τη διάγνωση και διαχείρηση οφθαλμικών παθήσεων και την αποκατάσταση της όρασης σε φυσιολογικά επίπεδα”. Μάλιστα, τα μέλη της ECOO σε κάθε χώρα της ΕΕ, στα οποία συμπεριλαβάνεται και η Πανελλήνια Ένωση Οπτικών και Οπτομετρών (Π.Ε.Ο.Ο.), έχουν συμφωνήσει ότι πρωταρχικός σκοπός τους αποτελεί η εξασφάλιση της εκπαίδευσης του Οπτομέτρη στο επίπεδο του Ευρωπαϊκού διπλώματος Οπτομετρίας και η λειτουργία και αναγνώριση της Οπτομετρίας ως ένα ανεξάρτητο επάγγελμα (“optometry should function and be recognised as an independent profession”)!!Είναι επομένως εμφανές ότι ΑΠΑΙΤΕΙΤΑΙ να κινηθούμε σε δύο κατευθύνσεις στην Ελλάδα αν επιθυμούμε να αναγνωριστεί πραγματικά η Οπτομετρία. Πρώτον, πρέπει να αναβαθμίσουμε την εκπαίδευση και το πρόγραμμα σπουδών του Έλληνα πτυχιούχου οπτικού-οπτομέτρη, τα οποία δυστυχώς ΔΕΝ καλύπτουν ούτε το 50% των απαιτούμενων κριτηρίων που έχουν θεσπιστεί από το Ευρωπαϊκό δίπλωμα Οπτομετρίας της ECOO με αποτέλεσμα να μην έχει τις αναγκαίες επιστημονικές γνώσεις και την κλινική εμπειρία για την εξάσκηση του επαγγέλματος (γεγονός που γίνεται αντιληπτό και από τους ίδιους του απόφοιτους κατά την άσκηση της εργασίας). Δεύτερον, είναι ανάγκη η ΠΕΟΟ να ακολουθήσει τις οδηγίες και τους κανόνες της ECOO και να θεσπίσει την Οπτομετρία ως ένα ανεξάρτητο επάγγελμα που διέπει διαφορετικά κριτήρια εκπαίδευσης (απαιτητικότερο πρόγραμμα σπουδών) και δεξιοτήτων (διάγνωση παθήσεων) από αυτό του Οπτικού. Εκτός αν επιθυμούμε να υποβαθμιστεί το επάγγελμα του Οπτομέτρη σε τέτοιο βαθμό, ώστε να μπορούν να το ασκήσουν ακόμη και οι μή πτυχιούχοι Οπτικοί, δηλαδή “αυτοί που έχουν αποκτήσει τίτλο προσωπικής ικανότητας σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις”. Ακολουθώντας αυτή τη γραμμή, αναμένουμε όλοι οι Οπτικοί μέσα σε μία μέρα να “βαπτιστούν” οπτομέτρες και να συμπεριληφθούν στα μητρώα αδειών ασκήσεως επαγγέλματος οπτικού-οπτομέτρη! Κάτι ανάλογο είχε συμβεί πριν από 20 χρόνια όταν σε μία μέρα όλοι οι Οπτικοί αποκτήσανε δεξιότητες για την εφαρμογή Φακών Επαφής (ΦΕ). Το αποτέλεσμα το συναντάμε σήμερα: 1) το 50% του τζίρου από πωλήσεις ΦΕ γίνεται, αν και απαγορεύεται από τη νομοθεσία, από τους Οφθαλμιάτρους, 2) η Ελλάδα εμφανίζει τη μικρότερη διείσδυση ΦΕ (2.2% του πληθυσμού όταν το 30% παρουσιάζει διαθλαστικές ανωμαλίες) από τις χώρες τις ΕΕ!! Δεν είναι δύσκολο να αντιληφθεί κανείς ότι αυτό δεν είναι τυχαίο.
Είναι επιτακτική ανάγκη, αυτή τη στιγμή που δίνετε η ευκαιρία αναθεώρησης των επαγγελματικών δικαιωμάτων του επαγγέλματος του οπτικού και του οπτομέτρη (από τον Υπουργό Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης) να ξεπεράσουμε προσωπικά συμφέροντα και να προετοιμάσουμε τον Έλληνα οπτομέτρη σύμφωνα, τουλάχιστον, με τα Ευρωπαϊκά πρότυπα.









